Στην νομική υπηρεσία του Δήμου Βέροιας απευθύνθηκε ο Δήμαρχος Βέροιας Κώστας Βοργιαζίδης, προκειμένου να έχει εκ νέου την θέση της για το ζήτημα της σύμβασης παραχώρησης του υπόγειου πάρκινγκ της πλ. Δημαρχείου, έπειτα από όσα προέκυψαν και μετά το σχετικό ρεπορτάζ του InVeria.gr και την δήλωση - σχόλιο του επικεφαλής της ελάσσονος μειοψηφίας Θεόφιλου Κορωνά στην ενημερωτική μας ιστοσελίδα (δείτε ΕΔΩ το αρχικό ρεπορτάζ και ΕΔΩ την ανάρτηση με το σχόλιο του κ. Κορωνά).
Στο έγγραφο της 23ης Ιουλίου 2026 (δείτε το παρακάτω) της νομικής υπηρεσίας του Δήμου προς τον Δήμαρχο, αντικρούονται οι αιτιάσεις του κ. Κορωνά για τη δυνατότητα να επεκταθεί νομίμως η υφιστάμενη σύμβαση και λαμβάνεται ξεκάθαρη θέση υπέρ νέου διαγωνισμού για το υπόγειο πάρκινγκ. Όπως επισημαίνεται, η παράταση με τον ίδιο ανάδοχο και η αλλαγή του οικονομικού ανταλλάγματος αποτελούν ουσιώδη τροποποίηση, η οποία δεν μπορεί να εγκριθεί με απλή τροποποιητική σύμβαση. Μετά την απόσβεση της επένδυσης, η σχέση αντιμετωπίζεται ως εκμίσθωση δημοτικού ακινήτου και πρέπει να ακολουθηθεί δημοπρασία, ώστε να εξασφαλιστεί το καλύτερο οικονομικό αποτέλεσμα για τον Δήμο.
Η γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας του Δ. Βέροιας, την οποία υπογράφουν οι Γιώργος Παπαστεργίου και Αριστούλα Παπαστάμκου, καταλήγει ότι παράταση χωρίς διαγωνιστική διαδικασία θα ισοδυναμούσε με απαίτηση να παρανομήσει ο Δήμος.
Παρατίθεται αυτούσιο το έγγραφο της νομικής υπηρεσίας, ως απάντηση του Δημάρχου Βέροιας στο InVeria.gr και στο σχόλιο Κορωνά στο ρεπορτάζ μας:
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΝΟΜΟΣ ΗΜΑΘΙΑΣ
ΔΗΜΟΣ ΒΕΡΟΙΑΣ
Διεύθυνση Νομικής Υπηρεσίας
Τον κ. Δήμαρχο Βέροιας
Κληθήκαμε κ. Δήμαρχε να απαντήσουμε σε ερώτημά σας προφορικό, το οποίο ανέκυψε κατόπιν δημοσιεύματος σε ηλεκτρονικό τύπο δυνάμει παρέμβασης δημοτικού συμβούλου και σχολιασμού του περί «ανέξοδης ρητορικής» και μη απάντησής σας στη τελευταία συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου σχετικά με το υπόγειο πάρκινγκ περί της νομιμότητας στην παράταση της ήδη υφισταμένης σύμβασης.
Για το εν λόγω θέμα σας παραπέμπουμε εκ νέου στην πληρέστατη νομικά τεκμηριωμένη γνωμοδότηση που είχαμε χορηγήσει επί του θέματος και είχε διανεμηθεί στο Δημοτικό Συμβούλιο και η οποία κατέληγε επί λέξει κατά το κρίσιμο μέρος της, ως εξής:
«Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η σύναψη τροποποιητικής σύμβασης με τον ανάδοχο ήδη εκτελούμενης σύμβασης παραχώρησης επιτρέπεται μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο 51 περιπτώσεις, καθώς η δυνατότητα αυτή συνιστά παρέκκλιση από τις αρχές της διαφάνειας, της ισότητας συμμετοχής στις διαδικασίες κατάρτισης δημόσιων συμβάσεων και της διασφάλισης του ελεύθερου ανταγωνισμού. Επιτρεπτή περίπτωση τροποποίησης συναφθείσας σύμβασης αποτελεί, μεταξύ άλλων, η μη ουσιώδης τροποποίησή της. Η έννοια της ουσιώδους τροποποίησης, η συνδρομή της οποίας επιτάσσει την εκκίνηση νέας διαδικασίας σύναψης σύμβασης εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής και, συνακόλουθα, καθιστά μη επιτρεπτή τη σύναψη τροποποιητικής σύμβασης, όπως έχει διαμορφωθεί νομολογιακά από το Δικαστήριο της ΕΕ και έχει διατυπωθεί στις διατάξεις της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, αποτυπώνεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 51 του ν. 4413/2016.
Ουσιώδης δε τροποποίηση σύμβασης είναι εκείνη, συνεπεία της οποίας μεταβάλλεται ιδίως το εύρος και το περιεχόμενο των αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, υποδηλώνοντας τη βούληση των τελευταίων να επαναδιαπραγματευθούν ουσιώδεις όρους της σύμβασης [βλ. ΔΕΕ συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-728/22 έως 730/22 (απόφαση 20.3.2025) και πρβλ. ΔΕΕ C-454/06 .......... .......... GmbH, σκ. 34-37, C-549/14 .......... .......... A/S, σκ. 28-30, C-526/17, .......... κατά Ιταλίας, σκ. 58-59].
Στο πλαίσιο αυτό, στην προαναφερόμενη διάταξη καθορίζονται συγκεκριμένα κριτήρια, η συνδρομή έστω και ενός εκ των οποίων, στοιχειοθετεί ουσιώδη τροποποίηση της αρχικής σύμβασης. Ειδικότερα, συντρέχει περίπτωση ουσιώδους τροποποίησης, μεταξύ άλλων, όταν: α) οι τροποποιήσεις αποτελούν ένδειξη της πρόθεσης των συμβαλλομένων να επαναδιαπραγματευθούν ουσιώδεις όρους ή προϋποθέσεις της σύμβασης παραχώρησης και είναι ικανές να θέσουν εν αμφιβόλω την ανάθεση της σύμβασης στον ήδη ανάδοχο, υπό την έννοια ότι εάν είχαν συμπεριληφθεί στα έγγραφα της διαδικασίας ανάθεσης της αρχικής σύμβασης (διακήρυξη κ.λπ.), θα είχαν επηρεάσει την πορεία της είτε προσελκύοντας και άλλους συμμετέχοντες στη διαδικασία σύναψης της σύμβασης, είτε κάνοντας δεκτή άλλη προσφορά από εκείνη που επιλέχθηκε, είτε επιτρέποντας τη συμμετοχή διαφορετικών οικονομικών φορέων από αυτούς που επιλέχθηκαν αρχικά, β) η τροποποίηση αλλάζει την οικονομική ισορροπία της σύμβασης υπέρ του παραχωρησιούχου, κατά τρόπο που δεν προβλέπεται στην αρχική σύμβαση, γ) με την τροποποίηση διευρύνεται σημαντικά το αντικείμενο της σύμβασης.
Η επέκταση του αντικειμένου της αρχικής σύμβασης αποτελεί συνθήκη που κρίνεται ad hoc λαμβανομένων υπόψη των εκάστοτε πραγματικών περιστατικών για το χαρακτηρισμό της ως σημαντικής (ΕλΣυν Ολ. 1656, 1655/2023, Ζ΄ Κλ. 219, 169/2025 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Οι συμβατικοί όροι δεν μπορούν να αποκλείσουν την εφαρμογή μεταγενέστερων αναγκαστικού δικαίου διατάξεων που διέπουν τη διαχείριση της δημοτικής περιουσίας. Επομένως, ακόμη και αν η αρχική σύμβαση προβλέπει τη δυνατότητα παράτασης κατόπιν συμφωνίας των μερών, η σχετική συμφωνία μπορεί να συναφθεί μόνο εφόσον είναι συμβατή με το ισχύον κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης νομοθετικό πλαίσιο.
Εν προκειμένω, από τους όρους της Σύμβασης Παραχώρησης και ιδίως των άρθρων 27.2 και 43.8 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων δεν προκύπτει συμβατικό δικαίωμα του παραχωρησιούχου για ανανέωση ή παράταση της διάρκειας της παραχώρησης. Αντιθέτως, προβλέπεται ρητώς ότι οποιαδήποτε παράταση είναι δυνατή αποκλειστικά κατόπιν νέας έγγραφης συμφωνίας μεταξύ του «Κυρίου του Έργου» και του Αναδόχου, γεγονός που προϋποθέτει νέα βούληση των συμβαλλομένων που να συνάδει και με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και δεν συνιστά προσυμφωνημένη ή αυτοδίκαιη επέκταση της αρχικής σύμβασης. Ως εκ τούτου, η επίδικη περίπτωση δεν αφορά την εκπλήρωση προϋφιστάμενης συμβατικής υποχρέωσης του Δήμου, αλλά τη σύναψη νέας συμφωνίας παράτασης, η οποία διέπεται από το ισχύον κατά τον χρόνο λήψης της σχετικής απόφασης νομοθετικό καθεστώς.
Έτσι, η παράταση της διάρκειας της παραχώρησης, όρος μιας εν προκειμένω σύμβασης που έχει περατωθεί, δεν αποτελεί αυτοδίκαιη συνέχιση της αρχικής συμβατικής σχέσης, αλλά νέα συμβατική συμφωνία, η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα για το μέλλον. Ως εκ τούτου, η νομιμότητά της κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κατά τον χρόνο σύναψής της και όχι αποκλειστικά βάσει των όρων της αρχικής σύμβασης.
Σε τελική ανάλυση, ο Δήμος, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ενεργεί μόνο σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας. Συνεπώς, ακόμη και αν υφίσταται συμβατική πρόβλεψη περί δυνατότητας παράτασης, αυτή δεν μπορεί να ασκηθεί κατά τρόπο αντίθετο προς τις ισχύουσες διατάξεις που διέπουν την αξιοποίηση της δημοτικής περιουσίας, δεδομένου ότι η διοικητική δράση δεν δύναται να στηρίζεται αποκλειστικά σε συμβατικό όρο όταν το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς ορίζει διαφορετικά.
Επειδή στην συγκεκριμένη περίπτωση, η παράταση του χρόνου της αρχικής σύμβασης και της αλλαγής του προσφερομένου ανταλλάγματος, ακόμη και εάν προβλέπεται η δυνατότητα από το άρθρο 27.2 της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων της αρχικής σύμβασης παραχώρησης, εμπεριέχει όρους, που κατά τα ηγούμενα αφορούν, κατά την γνώμη μας, σε τροποποίηση ουσιωδών όρων της αρχικής σύμβασης, που δεν μπορεί να τύχει τροποποιητικής σύμβασης με τον προηγούμενο ανάδοχο, αλλά απαιτεί διαγωνιστική διαδικασία και μάλιστα με επιρρωνύοντα αυτήν την άποψη, ισχυρισμό, και την απόσβεση ήδη της επένδυσης, οπότε δεν μπορούμε πλέον να ομιλούμε για σύμβαση παραχώρησης, αλλά για σύμβαση εκμίσθωσης, για την οποία ισχύουν τα παρακάτω.
Ο ισχύων Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006, Α΄ 114) ορίζει στο άρθρο 192 («Εκμίσθωση ακινήτων των Δήμων και των Κοινοτήτων») τα εξής: «1. Η εκμίσθωση ακινήτων των Δήμων και των Κοινοτήτων γίνεται με δημοπρασία. Αν η δημοπρασία δεν φέρει αποτέλεσμα, επαναλαμβάνεται. 2. …». Η διαδικασία διεξαγωγής των ανωτέρω δημοπρασιών εξακολουθεί να διέπεται από το π.δ. 270/1981 «περί καθορισμού των οργάνων, της διαδικασίας και των όρων διενέργειας δημοπρασιών δι’ εκποίησιν ή εκμίσθωσιν πραγμάτων των Δήμων και Κοινοτήτων» (Α΄ 77), το οποίο είχε εκδοθεί κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 194 του προϊσχύσαντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, που είχε κυρωθεί με τον ν. 1065/1980 (Α΄ 168), και δεν έχει αντικατασταθεί από νεότερο προεδρικό διάταγμα, εκδοθέν κατ’ εφαρμογήν της αντιστοίχου εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 201 του ισχύοντος Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων.
Η εκμίσθωση ακινήτων των Δήμων και Κοινοτήτων σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του π.δ./τος 270/1981 αποβλέπει, όπως έχει παγίως κριθεί, στην επίτευξη του καλύτερου δυνατού οικονομικού αποτελέσματος και στην εξυπηρέτηση ταμιευτικών σκοπών των Ο.Τ.Α., οι δε συναπτόμενες συμβάσεις είναι συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, οι διαφορές, που γεννώνται από πράξεις που προηγούνται της συνάψεως των συμβάσεων αυτών είναι, κατ’ αρχήν, ιδιωτικές και εκδικάζονται από τα πολιτικά δικαστήρια (βλ. ΣτΕ 2918, 2397, 2390/2016, 4149/2015, 1000/2013, 257/2011, 1021, 2011, 832/2007 κ.α.). Τα ανωτέρω δεν μεταβάλλονται, άνευ ετέρου, όταν το υπό εκμίσθωση ακίνητο βρίσκεται εντός ή αποτελεί τμήμα κοινοχρήστου χώρου.»
Έχουμε την γνώμη, ότι όλα τα παραπάνω, γίνονται επαρκώς αντιληπτά και δεν διανοούμαστε ότι μπορεί να ζητήσουμε από το νομικό πρόσωπο να παρανομήσει μην προχωρώντας σε διαγωνιστική διαδικασία, αλλά εγκρίνοντας μία παράταση με τον ίδιο παραχωρησιούχο και με μία αυθαίρετη (γι’ αυτό και η διαγωνιστική διαδικασία για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού ανταλλάγματος), εν πολλοίς, αναπροσαρμογή του τιμήματος, ενώ, όπως προαναφέρθηκε ομιλούμε πλέον για εκμίσθωση, όχι για παραχώρηση.




















0 Σχόλια
Το σχόλιό σας για την ανάρτηση (παρακαλούμε να τηρούνται οι όροι που αναφέρονται στους Όρους Χρήσης της ιστοσελίδας)