Γράφει η Κυριακή Παπαδοπούλου, Δικηγόρος, ΜΔΕ:
Αρκεί η προβολή αντιρρήσεων κατά μιας πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου για να εξεταστούν οι ίδιοι ισχυρισμοί από τον Άρειο Πάγο; Και τι συμβαίνει όταν ο οφειλέτης υποστηρίζει ότι η επιταγή προς εκτέλεση δεν αναφέρει πως η επισπεύδουσα έχει στα χέρια της εκτελεστό τίτλο ή ότι δεν προσδιορίζει με επάρκεια το εκκαθαρισμένο της επιτασσόμενης απαίτησης;
Τα ερωτήματα αυτά απασχόλησαν τα δικαστήρια της Βέροιας και έφτασαν μέχρι τον Άρειο Πάγο, με αφορμή διαφορά μεταξύ αγροτικού συνεταιρισμού της Ημαθίας και του ειδικού εκκαθαριστή της Αγροτικής Τράπεζας. Με την υπ' αριθμ. 178/2026 απόφασή του, που δημοσιεύθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 2026, το ανώτατο δικαστήριο εξέτασε τις προϋποθέσεις παραδεκτού των λόγων αναίρεσης κατά αποφάσεων που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση, αναδεικνύοντας μια ουσιώδη δικονομική διάκριση: η δυνατότητα αναιρετικού ελέγχου ενός ισχυρισμού προϋποθέτει, καταρχήν, τη νόμιμη προβολή του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και την αντίστοιχη θεμελίωση της προϋπόθεσης αυτής στο αναιρετήριο.
Η υπόθεση αφορούσε αγροτικό συνεταιρισμό με έδρα τα Παλατίτσια της Δημοτικής Ενότητας Βεργίνας του Δήμου Βέροιας, ο οποίος βρέθηκε αντιμέτωπος με διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για τραπεζική απαίτηση. Αντίδικος ήταν η εταιρεία που ενεργούσε ως ειδική εκκαθαρίστρια της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, μετά την υπαγωγή της τελευταίας σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης. Η διαφορά δεν αφορούσε την προσωπική συμπεριφορά των διοικούντων τον συνεταιρισμό, αλλά τη νομιμότητα συγκεκριμένων πράξεων που πραγματοποιήθηκαν για την επιδίωξη ικανοποίησης της απαίτησης. Το αντικείμενό της εντασσόταν, επομένως, στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης, όπου η προστασία του οφειλέτη συνδυάζεται με την ανάγκη αποτελεσματικής πραγμάτωσης των απαιτήσεων που στηρίζονται σε εκτελεστό τίτλο.
Σύμφωνα με το ιστορικό της απόφασης, είχε εκδοθεί το 2014 διαταγή πληρωμής από δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Στις 21 Νοεμβρίου 2019 συντάχθηκε επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου της διαταγής πληρωμής, με την οποία επισπεύσθηκε η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο συνεταιρισμός αντέδρασε ασκώντας στις 11 Δεκεμβρίου 2019 ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, την οποία συμπλήρωσε με πρόσθετους λόγους στις 30 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Με τα δικόγραφα αυτά ζήτησε την ακύρωση της επιταγής προς εκτέλεση, αμφισβητώντας τόσο τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος της επισπεύδουσας όσο και την τήρηση των απαιτούμενων δικονομικών διατυπώσεων.
Ειδικότερα, με το κύριο δικόγραφο της ανακοπής ο συνεταιρισμός επικαλέστηκε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης. Με τους πρόσθετους λόγους υποστήριξε, αφενός, ότι η επιταγή δεν ανέφερε πως η επισπεύδουσα είχε στα χέρια της εκτελεστό τίτλο και, αφετέρου, ότι δεν προσδιοριζόταν επαρκώς το εκκαθαρισμένο της απαίτησης. Η δεύτερη αιτίαση συνδεόταν με αναφορά σε προκοινοποιηθείσα επιταγή της 30ής Δεκεμβρίου 2014, ύψους 1.123.299 ευρώ, από την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος, δεν προέκυπτε με την απαιτούμενη σαφήνεια το ποσό που επιδιωκόταν να εισπραχθεί. Η αναφορά στο ποσό αυτό αποτυπώνει το οικονομικό αντικείμενο της σχετικής αμφισβήτησης, χωρίς να αποτελεί αυτοτελή δικαστική αναγνώριση του ύψους της οφειλής από τον Άρειο Πάγο.
Με την υπ' αριθμ. 13/2021 απόφασή του, το Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας απέρριψε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους της. Κατά της απόφασης αυτής ο συνεταιρισμός άσκησε έφεση στις 24 Μαρτίου 2021, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1608/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το τελευταίο δέχθηκε τυπικά την έφεση, την απέρριψε όμως κατ' ουσίαν, διατηρώντας την πρωτοβάθμια κρίση. Ακολούθως, ο συνεταιρισμός άσκησε στις 2 Ιουνίου 2023 αίτηση αναίρεσης, ζητώντας την εξαφάνιση της εφετειακής απόφασης. Η υπόθεση έφτασε, έτσι, στο ανώτατο δικαστήριο, με αντικείμενο όχι την εξαρχής εξέταση της τραπεζικής απαίτησης, αλλά τον έλεγχο της νομιμότητας της προσβαλλόμενης δικαστικής κρίσης.
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της υπόθεσης εντοπίζεται στη διάκριση μεταξύ του δικαιώματος δικαστικής αμφισβήτησης μιας πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες οι σχετικές αντιρρήσεις μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναιρετικού ελέγχου. Η αναγκαστική εκτέλεση αποτελεί το στάδιο της πολιτικής δίκης κατά το οποίο επιδιώκεται η πραγμάτωση μιας απαίτησης με τη συνδρομή των προβλεπόμενων από τον νόμο μέσων. Η διαδικασία προϋποθέτει εκτελεστό τίτλο και την τήρηση συγκεκριμένων διατυπώσεων, ώστε ο οφειλέτης να γνωρίζει τη βάση και το περιεχόμενο της επιδιωκόμενης ικανοποίησης. Η ανακοπή παρέχει τη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας των σχετικών πράξεων, χωρίς όμως να αναιρεί τις ιδιαίτερες προϋποθέσεις που διέπουν την άσκηση των μεταγενέστερων ενδίκων μέσων.
Η δυνατότητα άσκησης έφεσης και αναίρεσης δεν συνεπάγεται ότι η υπόθεση επανεξετάζεται σε κάθε στάδιο εξ ολοκλήρου, ανεξάρτητα από τους ισχυρισμούς που έχουν προηγουμένως υποβληθεί. Αντιθέτως, η πολιτική δίκη διαρθρώνεται σε διαδοχικά στάδια, καθένα από τα οποία επιτελεί συγκεκριμένη λειτουργία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξετάζει τη διαφορά εντός του αντικειμένου που διαμορφώνουν οι διάδικοι, το δευτεροβάθμιο ελέγχει την πρωτόδικη κρίση μέσα στα όρια της έφεσης, ενώ ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τους περιοριστικά προβλεπόμενους λόγους αναίρεσης. Η αναίρεση δεν συνιστά τρίτο βαθμό ουσιαστικής εκδίκασης, αλλά έκτακτο ένδικο μέσο με ιδιαίτερα οριοθετημένο αντικείμενο ελέγχου.
Η διάκριση αυτή αποτυπώνεται στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με τη διάταξη, λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας είναι, καταρχήν, απαράδεκτος. Ο νομοθέτης προβλέπει ορισμένες εξαιρέσεις, όπως όταν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η ρύθμιση αποσκοπεί στην αποτροπή της εισαγωγής νέων βάσεων αμφισβήτησης κατά το αναιρετικό στάδιο, όπου το δικαστήριο δεν έχει ως αποστολή την πρωτογενή διερεύνηση της διαφοράς.
Ο Άρειος Πάγος υπογράμμισε ότι η διάταξη καθιερώνει ειδική προϋπόθεση παραδεκτού, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το ίδιο το αναιρετήριο. Δεν αρκεί, επομένως, ο αναιρεσείων να υποστηρίζει ότι το δικαστήριο της ουσίας παρέβη τον νόμο. Οφείλει, όταν ο λόγος αναίρεσης στηρίζεται σε ισχυρισμό που έπρεπε να έχει προηγουμένως προβληθεί, να εκθέτει ότι αυτός είχε τεθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Η απαίτηση αυτή συνδέεται με τον ίδιο τον χαρακτήρα του αναιρετικού ελέγχου, καθώς το ανώτατο δικαστήριο δεν καλείται να εξετάσει για πρώτη φορά ζήτημα που δεν είχε εισαχθεί κατά τον νόμιμο τρόπο στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, ο συνεταιρισμός προέβαλε δύο κύριους λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Υποστήριξε ότι το Εφετείο δεν κήρυξε, παρά τον νόμο, την ακυρότητα της επιταγής προς εκτέλεση, μολονότι, κατά τους ισχυρισμούς του, αυτή δεν περιείχε την απαιτούμενη αναφορά στην κατοχή εκτελεστού τίτλου από την επισπεύδουσα και παρουσίαζε αοριστία ως προς την επιτασσόμενη απαίτηση. Επρόκειτο για αιτιάσεις που είχαν περιληφθεί στους πρόσθετους λόγους της αρχικής ανακοπής. Κατά την ανάπτυξή τους στο αναιρετήριο, όμως, δεν αναφερόταν ότι οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί είχαν προβληθεί νόμιμα ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με σχετικό λόγο έφεσης.
Η παράλειψη αυτή υπήρξε καθοριστική για την αναιρετική κρίση. Ο Άρειος Πάγος δεν διαπίστωσε ως αυτοτελές πραγματικό γεγονός ότι οι ισχυρισμοί δεν είχαν πράγματι προβληθεί στο Εφετείο. Διαπίστωσε ότι δεν προέκυπτε από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η νόμιμη προηγούμενη προβολή τους, όπως απαιτούσε το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το απαράδεκτο δεν στηρίχθηκε σε ουσιαστική αξιολόγηση των αντιρρήσεων του συνεταιρισμού, αλλά στη μη πλήρωση της ειδικής προϋπόθεσης παραδεκτού των συγκεκριμένων λόγων αναίρεσης. Συνεπώς, οι αιτιάσεις απορρίφθηκαν χωρίς να απαιτείται προηγούμενη εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητάς τους.
Η κρίση αναδεικνύει τη σημασία της δικονομικής συνέχειας ενός ισχυρισμού. Η προβολή ένστασης ή λόγου ανακοπής στον πρώτο βαθμό δεν συνεπάγεται ότι ο ίδιος ισχυρισμός μεταφέρεται αυτομάτως και χωρίς περαιτέρω προϋποθέσεις σε κάθε επόμενο στάδιο. Όταν ο διάδικος προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση, οφείλει να διαμορφώσει το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας κρίσης με κατάλληλους λόγους έφεσης. Αν στη συνέχεια επιδιώκει τον αναιρετικό έλεγχο του ίδιου ζητήματος, πρέπει να θεμελιώσει στο αναιρετήριο ότι αυτό είχε τεθεί νομίμως ενώπιον του Εφετείου. Η πληρότητα του αναιρετηρίου αποκτά, επομένως, αυτοτελή σημασία, ανεξάρτητα από την ενδεχόμενη βασιμότητα της προβαλλόμενης ουσιαστικής ή δικονομικής πλημμέλειας.
Πρόσθετο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο συνεταιρισμός επικαλέστηκε, επικουρικά, πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι η εφετειακή απόφαση περιείχε ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης αφορά την έλλειψη νόμιμης βάσης, η οποία συντρέχει όταν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι ανεπαρκείς ή αντιφατικές ως προς την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Η εφαρμογή του, ωστόσο, προϋποθέτει την ύπαρξη αντίστοιχου πραγματικού πορίσματος, το οποίο μπορεί να ελεγχθεί ως προς την επάρκειά του.
Στην προκείμενη υπόθεση, το Εφετείο δεν είχε εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητα του συγκεκριμένου πρόσθετου λόγου ανακοπής, αλλά τον είχε απορρίψει ως μη νόμιμο. Δεν υπήρχαν, συνεπώς, σχετικές πραγματικές παραδοχές των οποίων η επάρκεια θα μπορούσε να ελεγχθεί αναιρετικά με βάση τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε και αυτή την αιτίαση ως απαράδεκτη, διευκρινίζοντας ότι η έλλειψη νόμιμης βάσης δεν αποτελεί πρόσφορο μέσο προσβολής μιας κρίσης που δεν στηρίζεται σε αποδεικτικό πόρισμα επί πραγματικών περιστατικών.
Η διάκριση μεταξύ εσφαλμένης νομικής κρίσης και ανεπαρκούς αιτιολογίας έχει ιδιαίτερη δογματική σημασία. Όταν το δικαστήριο απορρίπτει έναν ισχυρισμό ως μη νόμιμο, αποφαίνεται ότι, ακόμη και αν γίνουν δεκτά τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αιτούμενης έννομης συνέπειας. Αντιθέτως, όταν εξετάζει την ουσιαστική βασιμότητα, αξιολογεί το αποδεικτικό υλικό και διαμορφώνει συγκεκριμένες πραγματικές παραδοχές. Οι δύο περιπτώσεις δεν ταυτίζονται και δεν ελέγχονται αναγκαστικά με τον ίδιο λόγο αναίρεσης. Η επιλογή της κατάλληλης αναιρετικής αιτίασης αποτελεί, επομένως, ουσιώδες στοιχείο της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Η απόφαση παρουσιάζει ενδιαφέρον και ως προς τις προθεσμίες άσκησης της αναίρεσης. Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι η αίτηση της 2ας Ιουνίου 2023 είχε ασκηθεί εμπρόθεσμα, καθώς δεν προέκυπτε επίδοση της εφετειακής απόφασης και ίσχυε η διετής καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ. Η προθεσμία αυτή άρχισε από την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν είχε συμπληρωθεί κατά την κατάθεση της αίτησης. Η αναίρεση ήταν, επομένως, παραδεκτή ως ένδικο μέσο, οι συγκεκριμένοι όμως λόγοι της κρίθηκαν απαράδεκτοι. Πρόκειται για δύο διακριτά επίπεδα δικονομικού ελέγχου, τα οποία δεν πρέπει να συγχέονται.
Με την ΑΠ 178/2026, το ανώτατο δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1608/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παράλληλα, διέταξε την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και επέβαλε στον αναιρεσείοντα συνεταιρισμό δικαστικά έξοδα ύψους 2.700 ευρώ. Η απόρριψη είχε ως αποτέλεσμα να διατηρηθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση. Δεν συνιστά, ωστόσο, αυτοτελή κρίση του Αρείου Πάγου για το ουσιαστικό ύψος της τραπεζικής απαίτησης ή για τη βασιμότητα των ειδικότερων αντιρρήσεων κατά της επιταγής προς εκτέλεση.
Η ΑΠ 178/2026 αναδεικνύει ότι η αποτελεσματική δικαστική προστασία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη βασιμότητα ενός νομικού ισχυρισμού, αλλά και από την ορθή προβολή του στα διαδοχικά στάδια της πολιτικής δίκης. Η υπόθεση που ξεκίνησε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας υπενθυμίζει τη σημασία των δικονομικών εγγυήσεων στην αναγκαστική εκτέλεση και των ειδικών προϋποθέσεων που διέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Το ουσιαστικότερο συμπέρασμα της απόφασης είναι ότι η επίκληση πλημμέλειας μιας πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης δεν αρκεί για την εξέτασή της από τον Άρειο Πάγο, εάν δεν προκύπτει από το αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε τεθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Η δικονομική συνέπεια δεν αποτελεί απλώς ζήτημα τήρησης τύπων, αλλά προϋπόθεση για να καταστεί δυνατός ο ίδιος ο έλεγχος της νομιμότητας.





















0 Σχόλια
Το σχόλιό σας για την ανάρτηση (παρακαλούμε να τηρούνται οι όροι που αναφέρονται στους Όρους Χρήσης της ιστοσελίδας)