"Στήλη... Άλατος": Τα περασμένα μεγαλεία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας (γράφει ο Απ. Μοσχόπουλος)


Γράφει και επιμελείται ο Απόστολος Μοσχόπουλος*: Τον Αύγουστο του 2004, πραγματοποιήθηκε η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα. Η σχετικότητα του χρόνου μπορεί για κάποιους να κάνει την ημέρα αυτή να φαίνεται σαν να ήταν χτες και για άλλους, να μοιάζει σαν να είναι προϊόν άλλων εποχών. Η αλήθεια όμως είναι ότι, αντικειμενικά, οι Ολυμπιακοί Αγώνες, αποτέλεσαν ένα από τα σπουδαιότερα ορόσημα της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας σε πολλούς άξονες. Ως εκ τούτου, δεκαέξι χρόνια μετά από το κορυφαίο αυτό αθλητικό και πολιτιστικό γεγονός του κόσμου, κρίνεται επιβεβλημένη μια κριτική του τι σήμαινε όλο αυτό για την Ελλάδα, τι επετεύχθη εν τέλει και που βρισκόμαστε σήμερα.

Η ανάληψη μιας τέτοιας διοργάνωσης είναι, εκ προοιμίου, διχαστική για τις πόλεις που αναλαμβάνουν να διεκδικήσουν το εγχείρημα της φιλοξενίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Πολλοί ισχυρίζονται ότι η τεράστια προβολή και τα έργα υποδομής μένουν ως λαμπρή παρακαταθήκη για τα επόμενα χρόνια στον εκάστοτε τόπο, ενώ άλλοι λένε ότι η κατασκευή και η συντήρηση των έργων είναι βαρίδι για την οικονομία αλλά και την οικολογία για όποιο κράτος τους αναλαμβάνει. Και ομολογουμένως, εκ των υστέρων, έγινε εύκολα αντιληπτό ότι η Αθήνα κινήθηκε σε αρκετά λάθος τροχιά, γεγονός που αποτέλεσε και το πιο χειροπιαστό αρνητικό παράδειγμα ανάληψης της Ολυμπιάδας για το Αμβούργο και τη Βοστόνη που, για διαφορετικούς λόγους, το 2015, απέσυραν το αρχικό ενδιαφέρον τους σε ενδεχόμενη υποψηφιότητα για το 2024.

Το πρώτο και κύριο σημείο που σχολιάζεται πάντα όταν έρχονται οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας προς συζήτηση είναι ο οικονομικός αντίκτυπος του συνολικού εγχειρήματος. Αναληφθέντες σε μια φάση ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, διεξαχθέντες σε ένα ευρύτερο (στα όρια του φαντασιακού) μιας ευρύτερης εθνικής ανάτασης, και ευαγγελιζόμενοι την απογείωση των οικονομικών και όχι μόνο δεικτών ανάπτυξης, οι Αγώνες δέχθηκαν (κατόπιν εορτής) βέλη από παντού αναφορικά με το τελικό κόστος τους. Οι απαντήσεις που δόθηκαν ήταν, αρχικά 8,95 δισεκατομμύρια ευρώ από την κυβέρνηση Καραμανλή το Νοέμβριο του 2004, ύστερα, μια εκτίμηση του Aμερικανικού χρηματοπιστωτικού οίκου αξιολογήσεων Standard and Poor's ανέβασε την εκτίμηση στα 11,3 σχεδόν δις, ενώ η επίσημη απάντηση επί του θέματος δόθηκε από τον νυν υπουργό Οικονομικών Χρήστο Σταϊκούρα το 2012, ο οποίος, επικαλούμενος τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, όρισε το ποσό στα 8,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η απάντηση ενδεχομένως να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα δεδομένης της απουσίας υπολογισμών δημοσίων έργων που αναμενόταν είτε να ολοκληρωθούν είτε να επισπευθούν τη δεδομένη περίοδο, όπως η Αττική Οδός, το τραμ και ο προαστιακός σιδηρόδρομος της Αθήνας.

Επιπλέον, οι οικονομικοί δείκτες της χώρας έδειξαν με σαφήνεια ότι δεν άντεξαν ποτέ το κόστος όλης αυτής της οικοδόμησης και αναδόμησης, με τα ελλείμματα και το δημόσιο χρέος να παγιώνονται όλο και περισσότερο στον κρατικό κορβανά. Και πως αλλιώς θα γινόταν, όταν, για παράδειγμα, σε έκθεση του Υπουργείου Οικονομικών του 2005 φανερώθηκε ότι ο αρχικός προυπολογισμός των έργων που θα γίνονταν στο ΟΑΚΑ ανερχόταν στα 3,1 εκατομμύρια ευρώ, για να καταλήξουν να κοστίσουν σχεδόν 400! Άλλο παράδειγμα σκανδαλωδών αποκλίσεων (προς τα πάνω) από τον αρχικό προυπολογισμό, ήταν το Καυταντζόγλειο στη Θεσσαλονίκη και το Παμπελοποννησιακό στάδιο στην Πάτρα υπερβαίνοντας το αδιανόητο 4.000%. Την ίδια στιγμή δε, οι ενθουσιώδεις εκτιμήσεις του τύπου, μετά την ανάληψη των Αγώνων που μιλούσαν για αθρόα ροή δισεκατομμυρίων από τους φόρους και τον τουρισμό στα κρατικά ταμεία, δεν ευοδώθηκαν ποσοτικά ούτε στο ελάχιστο.

Αφ'ετέρου, από το σύνολο των (τουλάχιστον 57) βασικών έργων που κατασκευάστηκαν ανά την επικράτεια (μεταξύ των οποίων, 24 Αθλητικής φύσης, 7 χωριά τύπου καθώς και το Ολυμπιακό χωριό), αυτά που σήμερα είναι σε στοιχειώδη λειτουργικότητα μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Και δεν περιλαμβάνεται καν σε αυτά η αγορά του συστήματος ασφαλείας C4I (και η περιβόητη ανάθεσή του στην κοινοπραξία SAIC-SIEMENS που κόστισε (επίσημα) 260 εκατομμύρια ευρώ), για να μη δουλέψει ποτέ, ούτε και οι συνέπειες που είχε ως ευρύτερο σκάνδαλο στην πολιτική ζωή του τόπου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το αθλητικό κέντρο του Αγίου Κοσμά, το οποίο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες έγινε ένα πρότυπο κέντρο προπόνησης και στέγασης αθλητών κορυφαίου επιπέδου έκτασης 14.000 τ.μ., αλλά τα τελευταία χρόνια ρημάζει σύμφωνα με τις μαρτυρίες των ίδιων των αθλητών, με το κτίριο να πλήττεται από πλημμύρες, χαλασμένο σύστημα ψύξης-θέρμανσης ακόμα και τρύπια οροφή ανά σημεία και τους αθλητές και τις αθλήτριες να παλεύουν μόνοι τους να βρουν το δίκιο τους έναντι της επιδεικτικά αδιάφορης Πολιτείας. Φυσικά, την εγκληματική ευθύνη για την κατάντια ως προς τη διαχείριση αυτών των έργων τη φέρουν όλες οι κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως ιδεολογικών και πολιτικών καταβολών. Καθώς δεν μπορούμε να αναιρέσουμε το γεγονός της κατασκευής τους (αν και τότε υπήρχαν αρκετοί “κακοπροαίρετοι” που διαβλέποντας το επερχόμενο οικονομικό και οικοδομικό “ναυάγιο”, είχαν μιλήσει για κατασκευή προκατασκευασμένων λυόμενων κτιρίων), μπορούν σίγουρα να επιρριφθούν ευθύνες για τη μη τήρηση της από ετών ψηφισμένης νομοθεσίας σύμφωνα με την οποία επιτράπηκε η εκμίσθωση και χρήση των Ολυμπιακών ακινήτων από ιδιώτες.

Ωστόσο, στο μεγαλύτερο “μάθημα” που εξετάστηκαν οι ελληνικές κυβερνήσεις και έμειναν επιδεικτικά μετεξεταστέες είναι η (έστω και όψιμη) καλλιέργεια της αθλητικής παιδείας στις επόμενες γενιές. Η διετία 2004-2005, πέραν των Ολυμπιακών Αγώνων, ήταν σημαίνουσα για την αθλητική ιστορία της χώρας με την κατάκτηση των ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων ποδοσφαίρου και μπάσκετ. Η τεράστια ευκαιρία να εμφορηθεί προοδευτικά στην κοινωνία ένα φίλαθλο πνεύμα (έχοντας ήδη πραγματοποιηθεί η θέσπιση μαθήματος “Ολυμπιακής παιδείας” για τους μαθητές δημοτικού), που θα υπερβαίνει τον συλλογικό φανατισμό, θα δώσει χώρο και χρόνο και σε λιγότερο δημοφιλή αθλήματα και θα καλλιεργήσει την λογική του “ευ αγωνίζεσθαι” πήγε ουσιαστικά στον κάλαθο των αχρήστων. Ενδεικτικά, ο διχασμός περί “Πράσινων” και “Βένετων” οπαδών ομάδων συνεχίστηκε αμείλικτος (με αποκορύφωμα τη δολοφονία Φιλόπουλου τρία χρόνια μετά), ο αθλητισμός ταυτίστηκε με τον πρωταθλητισμό (καθώς οι Έλληνες Ολυμπιονίκες κέρδισαν σχεδόν κυριολεκτικά τα 15 λεπτά διασημότητας τους μόνο και μόνο επειδή έφερναν μετάλλια και διακρίσεις “στη χώρα”) ενώ, χρόνια μετά, τα αλλεπάλληλα κρούσματα ντόπινγκ στις ελληνικές αποστολές έκαναν πολλούς να αναρωτηθούν αν και κατά πόσο ήταν “πολιτική επιλογή” η αθρόα συγκέντρωση μεταλλίων. Την ίδια στιγμή, δε, η ιστορία “αποκαθήλωσης” των Κεντέρη-Θάνου κυριολεκτικά εν μια νυκτί χωρίς ποτέ να τους δοθεί βήμα και δικαίωμα υπεράσπισης του εαυτού τους, διόγκωσε την όλη παραφιλολογία περί “ξένων δακτύλων” στην όλη ιστορία, και σκότωσε για πάντα το “αρχαίο πνεύμα αθάνατο, πατέρα του ωραίου, του μεγάλου και του αληθινού” που υποτίθεται θα μας σκέπαζε ως “γενέθλια γη” και “σπίτι” των Ολυμπιακών Αγώνων.

Ίσως, καταληκτικά, αν κάτι άφησαν ως αναλλοίωτη παρακαταθήκη οι Ολυμπιακοί Αγώνες να είναι η παρουσία της Γιάννας Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη στα κοινά. Από πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής “Αθήνα 2004”, πέρασε αλώβητη στο χώρο των ΜΜΕ (παρά την εγκατάλειψη του εγχειρήματός της να αναλάβει τον Ελεύθερο Τύπο και τον City fm) και της συγγραφής (με το βιβλίο της να μπαίνει στη λίστα των Best Seller των New York Times), για να αναλάβει, σήμερα, την προεδρία μιας νέας οργανωτικής επιτροπής, αυτή του “Ελλάδα 2021”, που αφορά τις εκδηλώσεις για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση. 

Και αν εν τέλει απονεμήθηκαν στην Αγγελοπούλου (από κοινού με τους χιλιάδες χιλιάδων εθελοντές) τα εύσημα της άρτιας οργάνωσης των αγώνων παρά τους φόβους της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής και των ΜΜΕ ανά τον κόσμο για ανεπάρκεια σε όλα τα επίπεδα, οι πολιτικές ευθύνες για τα απόνερα αυτού του εγχειρήματος δεν ανελήφθησαν ποτέ, από καμία κυβέρνηση παρά το γεγονός ότι ακόμη και ο (από το 2009 μέχρι σήμερα) πρόεδρος της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, Σπύρος Καπράλος, τις έθεσε προ των ευθυνών τους. Σε δηλώσεις του στον Guardian, δήλωσε το 2012 πως “δεν είναι ιδιαίτερα χαρούμενος για αυτό το θέμα, καθώς υπήρχε τότε έντονη δημιουργική λογιστική”.

* Η "Στήλη... Άλατος" είναι η νέα μόνιμη στήλη του InVeria.gr που επιμελείται ο συνεργάτης μας Απόστολος Μοσχόπουλος, απόφοιτος Αγγλικής Φιλολογίας. Τα άρθρα της στήλης δημοσιεύονται κάθε Παρασκευή, στις 9 το πρωί. 

Κάντε LIKE στη σελίδα του InVeria.gr και...  μείνετε ενημερωμένοι για όλα!

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια