Ο Χριστός διαλεγόμενος ως διδάσκαλος (άποψη, του Στέφανου Κισίωτη)

ΑΠΟΨΗ, του Στέφανου Κισιώτη: Μελετώντας τα κείμενα των τεσσάρων Ευαγγελίων συναντάμε διαρκώς συζητήσεις και διαλόγους που έκανε ο Χριστός με πολλούς ανθρώπους.

Συζητούσε με απλούς Ιουδαίους, με τους θεολόγους του Ισραήλ, τους Γραμματείς, τους Φαρισαίους και τους Σαδδουκαίους. Πολλές συζητήσεις έκανε με τους μαθητές Του. Κι ακόμη με Ρωμαίους αξιωματικούς, αλλά και με τον Πιλάτο, απ’ τον οποίο δεν ζήτησε επιείκεια, για να σωθεί · απεναντίας στάθηκε μπροστά του με πλήρη αξιοπρέπεια, «ώστε θαυμάζειν τον ηγεμόνα λίαν».(Ματθ. 27,14). 

Ακόμη συζητούσε με ανθρώπους που του ζητούσαν να θεραπεύσει τους ίδιους ή τα παιδιά τους. Με αμαρτωλούς που είχαν εμφανή αμαρτωλότητα. Οι περισσότερες συζητήσεις γινόντουσαν δημόσια. Ιδιαίτερα όσες αφορούσαν την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου του Θεού, όπως για την «αργία του Σαββάτου».

Σε άλλες συζητήσεις αποκάλυπτε την Αλήθεια για τον Θεό, για τον Μεσσία, για το Πάθος και την Ανάσταση Του. Άλλες συζητήσεις γινόντουσαν με τον συνομιλητή Του, ιδιαιτέρως, χωρίς να γνωρίζει ο λαός ή οι μαθητές Του το περιεχόμενο αυτών των διαλόγων, όπως έγινε με τον Νικόδημο, το μέλος του Συνεδρίου και με την Σαμαρείτισσα.

Ο λόγος του Ιησού ήταν ειλικρινής, σαφής, πειστικός με θαρρετή διατύπωση, έστω κι αν ο συνομιλητής Του βρισκόταν εκτεθειμένος μπροστά στο πλήθος. Έδειχνε σεβασμό και ιδιαίτερη διάκριση  σε ανθρώπους με κραυγαλέα συμπεριφορά, όπως στην «επί μοιχεία κατειλημμένη» ή τη Σαμαρείτισσα ή τον Τελώνη. 

Ο διάλογός του μπορούσε να έχει έκταση ή να είναι σύντομος, αλλά με πλήρες νόημα. Σε κανένα δεν στερούσε τον λόγο Του. Κι όταν δεν ήθελε να απαντήσει σε μια ερώτηση, έθετε ο Ίδιος μια δύσκολη ερώτηση στον συνομιλητή Του, κι όταν εκείνος επικαλείτο «άγνοια», τοτε ο Ιησούς του έλεγε, «ούτε και εγώ θα απαντήσω». Μέσα από τους διαλόγους ο Χριστός δίδασκε τον συνομιλητή Του και τον λαό που άκουγε.

Η περίοδο του Πεντηκοσταρίου είναι καθαρά αναστάσιμη και περιλαμβάνει κατά τις τρεις πρώτες Κυριακές εκτός από την Ανάσταση του Κυρίου, την μεταστροφή από την «απιστία» στην πίστη του αποστόλου Θωμά, την τιμή στις μυροφόρες, αλλά και τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία και τον Νικόδημο που κήδευσαν το νεκρό σώμα του Χριστού. 

Στη συνέχεια παρουσιάζει θαύματα και περιστατικά από την ζωή του Ιησού, που προηγήθηκαν του Πάθους και τα εντάσσει σ’ αυτή την αναστάσιμη περίοδο γύρω από την Δεσποτική εορτή της Μεσοπεντηκοστής, αναδεικνύοντας τον Χριστό ως Διδάσκαλο.

Μπορεί η Μεσοπεντηκοστή να μην είναι γνωστή ως Δεσποτική εορτή στους πολλούς πιστούς, όμως η Εκκλησία την εόρταζε και μάλιστα πανηγυρικά στη Βασιλεύουσα με την συμμετοχή του Αυτοκράτορα και του Πατριάρχη.(Ι. Φουντούλης). 

Το ευαγγελικό κείμενο της Μεσοπεντηκοστής αναφέρεται στο κήρυγμα του Ιησού στο ναό των Ιεροσολύμων και τον διάλογο που είχε με τους Γραμματείς, τους Φαρισαίους και τους Σαδδουκαίους. Όλα αυτά έχουν σχέση με το περιεχόμενο της προηγούμενης Κυριακής, κατά την οποία περιγράφεται ο διάλογος του Χριστού με τον παράλυτο στην κολυμβήθρα της Βηθεσδά και την θεραπεία του. Το πρόβλημα ήταν ότι η θεραπεία έγινε την ημέρα του Σαββάτου και ο παράλυτος, ως υγιής πλέον, έλαβε την εντολή από τον Ιησού να σηκώσει το κρεββάτι του και να φύγει. Σκανδαλίστηκαν οι «θεολόγοι» του Ισραήλ, γιατί ο Χριστός για μια ακόμη φορά κατέλυε την αργία του Σαββάτου… Σχολιάζει το περιστατικό ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Δια τούτο μάλλον εζήτουν αυτόν οι Ιουδαίοι αποκτείναι, ότι ου μόνον έλυε το Σάββατον, αλλά και πατέρα ίδιον έλεγε τον Θεόν, ίσον εαυτόν ποιών τω Θεώ».(5,18).

Μετά την θεραπεία του παραλύτου, σαν έμαθαν οι Ιουδαίοι ποιος τον θεράπευσε και μάλιστα ημέρα Σάββατο, έκαναν έντονο διάλογο με τον Ιησού. Σ’ αυτόν ο Ιησούς ενώπιον του λαού τούς μίλησε όχι μόνο για το Σάββατο, αλλά και για την σχέση Του με τον Θεό Πατέρα, όπως καλά κατάλαβαν οι Ιουδαίοι. Ανάμεσα στους λόγους του Ιησού επισημαίνουμε τη φράση Του που τους εκθέτει, γιατί αποδεικνύεται ότι έχουν βαθιά άγνοια της αποκάλυψης του Θεού, όπως την κήρυξαν οι προφήτες · τους λέει: «ερευνάτε τας γραφάς, ότι υμείς δοκείτε εν αυταίς ζωήν αιώνιον έχειν · και εκείναι εισίν αι μαρτυρούσαι περί εμού».(Ιω. 5,39).

Μετά την εορτή της Μεσοπεντηκοστής η Εκκλησία τιμά την Σαμαρείτισσα, την αγία Φωτεινή, και μας παρουσιάζει τον διάλογο που είχε μαζί της ο Ιησούς στη Σαμάρεια, στο «φρέαρ του Ιακώβ». Εκεί γίνεται ένας μοναδικός και αποκαλυπτικός διάλογος.

Ήταν μεσημέρι και μια γυναίκα από την Σαμάρεια πήγε να πάρει νερό. Ο Ιησούς που βρισκόταν εκεί της ζήτησε να πιεί νερό. Η Σαμαρείτισσα με θάρρος και ειλικρίνεια τοποθετεί τα «πράγματα» στη γνωστή τους βάση. «Πώς εσύ που είσαι Ιουδαίος ζητάς νερό από μένα που είμαι Σαμαρείτισσα», υπονοώντας τις υπάρχουσες φυλετικές διαφωνίες. Δεν ξέρεις ότι είμαστε εχθροί; Και ο Ιησούς ως έμπειρος δάσκαλος ξεπερνάει την ουσία της ερώτησης της γυναίκας και οδηγεί την συζήτηση με μια δική του πρόταση λόγου, που ισοδυναμεί με αντιπρόταση και υπέρβαση των απλών ανθρωπίνων δεδομένων. «Αν ήξερες ποιος είναι αυτός που σου ζητάει νερό, εσύ θα του ζητούσες και θα σου έδινε απ’ αυτό το νερό που δεν στερεύει ποτέ». 

Η παρουσία του Κυρίου και ο πειστικός τρόπος που της απάντησε, ανάγκασαν την γυναίκα να διερωτηθεί, αν Αυτός είναι ανώτερος από τον πρόγονό της τον Ιακώβ. Και ο Ιησούς της είπε το αυτονόητο για τον πνευματικό κόσμο του Ισραήλ. Όποιος πίνει από αυτό το νερό, θα ξαναδιψάσει. Αν όμως πιεί από το νερό που εγώ δίνω, θα του χαρίσει αιώνια ζωή. Και η γυναίκα κάνοντας μια μεταφυσική προέκταση, Του λέει: «Κύριε, δώσε μου από αυτό το νερό, για να μη διψώ και να μην έρχομαι εδώ να βγάζω νερό». Ο Χριστός δεν αρνείται να ικανοποιήσει την επιθυμία της, αλλά θέτει ένα όρο πιστοποίησης της ειλικρίνειας της γυναίκας. «Πήγαινε φώναξε τον άνδρα σου και έλα εδώ μαζί μ’  αυτόν». Ο καρδιογνώστης Κύριος οδηγεί τη συζήτηση σε μια στιγμή μοναδικής ειλικρίνειας και ταυτόχρονα αποκαλυπτική για το περιεχόμενο της καρδιάς της. «Δεν έχω άνδρα», του απαντά. Και ο Ιησούς της αποκαλύπτει τότε το περιεχόμενο της ζωής της. «Καλά απάντησες, ότι δεν έχω νόμιμο άνδρα. Γιατί πέντε άνδρες είχες και αυτός που έχεις τώρα δεν είναι νόμιμος σύζυγός σου». Και η γυναίκα έκπληκτη του απαντά: «Κύριε, βλέπω πως είσαι προφήτης». Και τον ρωτάει αμέσως ένα θέμα που αφορά την πίστη. «Πού πρέπει να λατρεύουμε τον Θεό; Στα Ιεροσόλυμα ή στο όρος Γαριζίν»;  Έτσι η συζήτηση εισέρχεται στην ουσία της θεολογίας, στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, στη λατρεία του Θεού. Και ο διδάσκαλος Χριστός της αποκαλύπτει μεν την παραδοσιακή, την καθιερωμένη άποψη, για την λατρεία του Θεού, όπως αποκαλύφθηκε στην Π.Δ., αλλά προσθέτει και ότι, «ήρθε πλέον η ώρα οι αληθινοί προσκυνητές του Θεού να Τον λατρεύουν, φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα, από τα βάθη της καρδιάς τους και όχι μόνον εξωτερικά, σε ένα συγκεκριμένο χώρο και με τυπικό τρόπο. Ο Θεός είναι Πνεύμα και η λατρεία  προς Αυτόν πρέπει να είναι πνευματική».

Η γυναίκα θέλγεται από τον αποκαλυπτικό λόγο του Κυρίου και ξεδιπλώνει από τα βάθη της καρδιάς της την πνευματική αναζήτηση που είχε, περιμένοντας εναγώνια την απάντηση που λαχταρούσε και του λέει: «Γνωρίζω ότι έρχεται ο Μεσσίας, που στα ελληνικά λέγεται Χριστός. Όταν έρθει εκείνος, θα μας τα αναγγείλει όλα». Και ο Ιησούς της απαντά: «Εγώ είμαι ο Χριστός, που σου μιλάω αυτή τη στιγμή». (Ιω. 4,5-42)

Στο σημείο αυτό κλείνει η συνομιλία του Ιησού με την Σαμαρείτισσα. Ο Διδάσκαλος οδήγησε τον διάλογο στο μεγαλειώδες αποκαλυπτικό σημείο. Φανέρωσε σε μια γυναίκα, με επιλήψιμη διαγωγή για τα ιουδαϊκά ήθη, το ποιος ακριβώς είναι. Κι αυτό, αφού από τον διάλογο μαζί της η ίδια «κέρδισε» αυτή την θεολογική αποκάλυψη με την άδολη ταπείνωση της καρδιάς της και την ειλικρινή αναζήτηση της αλήθειας για την σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Αυτό επιθυμούσε η καρδιά της, έστω κι αν «έπεφτε», έστω κι αν ο κόσμος έλεγε πικρόχολα γι’ αυτήν… Σε άλλη ευκαιρία ο Ιησούς είχε πει: «Οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την Βασιλείαν του Θεού».(Ματθ. 21,31).   

Όποιος διαβάζει και μελετά τα Ευαγγέλια, διαπιστώνει ότι ο Χριστός σε κάθε ευκαιρία συνομιλούσε με όλους τους ανθρώπους που αναζητούσαν και ήθελαν απαντήσεις, έστω και αν διαφωνούσαν μαζί Του. Με ειλικρίνεια, με θάρρος, χωρίς μισόλογα, με θεολογικά και ταυτόχρονα αποκαλυπτικά επιχειρήματα ανέτρεπε παρεξηγημένες απόψεις, λαθεμένες ερμηνείες του νόμου της Π.Δ. αποκαλύπτοντας την Αλήθεια. Στις συζητήσεις αυτές οι πνευματικοί άρχοντες των Ιουδαίων Τον απειλούσαν. Όμως ο λαός χαιρόταν, ένιωθε απελευθερωμένος βιώνοντας την Αλήθεια. Ο Χριστός συνομιλούσε με τους στιγματισμένους, τους αμαρτωλούς, τους καταφρονεμένους, τις πόρνες. Συνομιλούσε με τις γυναίκες, που η ιουδαϊκή κοινωνία τις είχε στο περιθώριο της ζωής, ως όντα δεύτερης κατηγορίας…

Στα Ευαγγέλια ο Ιησούς είναι διαλεγόμενος προς όσους ζητούν λόγο Αληθείας. Ο Ιησούς επιβεβαιώνει αυτό που γράφει ο Ιωάννης στο Ευαγγέλιό του. «Εν αρχή ήν ο Λόγος και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν και Θεός ήν ο Λόγος».(1,1). Αυτό ακριβώς ήταν ο σαρκωμένος Λόγος του Θεού. Πάντα αποκαλυπτικός και διαλεγόμενος με τον κάθε άνθρωπο αδιακρίτως.   

Κισιώτης Στέφανος

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια


Κάντε LIKE στη σελίδα του InVeria.gr και...  μείνετε ενημερωμένοι για όλα!
Η αναδημοσίευση αναρτήσεων ή η χρήση πληροφορίων του InVeria.gr 
επιτρέπεται μόνο με αναφορά στην πηγή, με ενεργό σύνδεσμο