Η επίσκεψη του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Μαργαρίτη Σχοινά στη Βέροια, την Τρίτη 9 Ιουνίου 2026, είχε, αναμφίβολα, πολιτικό ενδιαφέρον. Όχι μόνο για όσα είπε ο υπουργός για τον πρωτογενή τομέα, το ροδάκινο, τον ΕΛΓΑ, τις πληρωμές και τα προβλήματα των αγροτών, αλλά και για όσα ειπώθηκαν όταν η συζήτηση βγήκε από την ασφαλή ζώνη των γενικών διαπιστώσεων και έφτασε στα δύσκολα: στα έργα που ανακοινώθηκαν, διαφημίστηκαν, προβλήθηκαν, δημιούργησαν προσδοκίες και τελικά χάθηκαν.
Διότι εκεί, στα δύσκολα, φαίνεται η πραγματική πολιτική στάση. Όταν ένα έργο εντάσσεται, εγκρίνεται ή έστω παρουσιάζεται ως μεγάλη κυβερνητική επιτυχία, όλοι σπεύδουν να πάρουν θέση στο κάδρο. Βουλευτές, υπουργοί, κομματικά στελέχη, παράγοντες, πρόεδροι, παραπρόεδροι, όλοι βρίσκουν μια γωνιά για να φωτογραφηθούν δίπλα στην «επιτυχία». Όταν όμως το ίδιο έργο χαθεί, απενταχθεί, βαλτώσει ή καταλήξει σε φιάσκο, τότε ξαφνικά η πολιτική ευθύνη εξαφανίζεται. Δεν φταίει κανείς. Δεν υπάρχει πρόσωπο. Δεν υπάρχει απόφαση. Δεν υπάρχει αλυσίδα ευθυνών. Υπάρχουν μόνο «στενά χρονικά περιθώρια», «χρονοβόρες διαδικασίες», «αντικειμενικές δυσκολίες» και μια γενική προσπάθεια να πειστεί η κοινωνία ότι όλοι έκαναν ό,τι μπορούσαν.
Μόνο που η Ημαθία δεν μπορεί να ζει άλλο με αυτή τη λογική. Δεν μπορεί να πανηγυρίζει στα χαρτιά και να μετρά απώλειες στην πράξη. Δεν μπορεί να ακούει κάθε τόσο ότι κάτι «εξασφαλίστηκε» και μετά, όταν αυτό χάνεται, να της ζητούν να δείξει κατανόηση επειδή τώρα κάποιοι «αγωνίζονται» για να ξανακερδίσουν όσα υποτίθεται είχαν ήδη κερδηθεί.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το έργο του Τελωνείου της Βέροιας, στην Κουλούρα. Ένα έργο προϋπολογισμού 25 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο είχε παρουσιαστεί προεκλογικά, το 2023, ως μεγάλη παρέμβαση για την περιοχή. Ένα έργο που συνδεόταν με την αξιοποίηση του χώρου της πρώην Περιφερειακής Αγοράς και με έναν σχεδιασμό που, στα λόγια τουλάχιστον, θα έδινε αναπτυξιακή προοπτική. Τελικά, το έργο απεντάχθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Και τι ακούσαμε στη συνέντευξη Τύπου; Ότι δεν υπάρχουν ευθύνες που να βαραίνουν συγκεκριμένα πρόσωπα. Ότι υπήρξαν καθυστερήσεις. Ότι το χρονικό πλαίσιο ήταν ασφυκτικό. Ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΜΑΛΘΕΙΑ Α.Ε. ήταν αρμόδιο να «τρέξει» το έργο. Δηλαδή, από τη μία δεν φταίει κανείς, από την άλλη υπήρχε ένας φορέας που όφειλε να κινηθεί εγκαίρως και δεν το έκανε. Αυτή η αντίφαση δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η ουσία του προβλήματος.
Διότι όταν ένα έργο των 25 εκατομμυρίων ευρώ χάνεται, δεν μπορεί η πολιτική απάντηση να είναι ένα θολό «έγιναν καθυστερήσεις». Οι καθυστερήσεις δεν πέφτουν από τον ουρανό. Κάποιοι έχουν αρμοδιότητες. Κάποιοι παρακολουθούν ή δεν παρακολουθούν. Κάποιοι πιέζουν ή δεν πιέζουν. Κάποιοι γνωρίζουν τα χρονοδιαγράμματα ή οφείλουν να τα γνωρίζουν. Κάποιοι διαφημίζουν τα έργα όταν εντάσσονται και οφείλουν να δίνουν λογαριασμό όταν απεντάσσονται.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στο Εθνικό Χιονοδρομικό Κέντρο Σελίου. Άλλο ένα έργο, αυτή τη φορά προϋπολογισμού 10 εκατομμυρίων ευρώ, που επίσης είχε δημιουργήσει προσδοκίες και τελικά χάθηκε. Και εδώ η εξήγηση κινήθηκε στο ίδιο μοτίβο: στενά χρονικά περιθώρια, τυπικές διαδικασίες, αντικειμενικές δυσκολίες. Μόνο που στην περίπτωση του Σελίου υπάρχει και μια ακόμη ενδιαφέρουσα πολιτική αντίφαση. Ο Λάζαρος Τσαβδαρίδης είχε αποδώσει ευθέως ευθύνες στην προηγούμενη διοίκηση του ΕΧΚ Σελίου. Στη συνέντευξη Τύπου, όμως, η γραμμή που εκφράστηκε ήταν πολύ πιο στρογγυλεμένη, τόσο από τον πρόεδρο της ΔΕΕΠ Ημαθίας Ηλία Ηλιόπουλο, όσο και από τη βουλευτή Ημαθίας Στέλλα Αραμπατζή. Δεν υπάρχουν ευθύνες σε πρόσωπα, δεν πρέπει να προσωποποιείται το θέμα, η κακή εξέλιξη οφείλεται κυρίως στα χρονικά περιθώρια και στις διαδικασίες.
Άρα τι ισχύει τελικά; Υπήρχαν ευθύνες ή δεν υπήρχαν; Φταίει κάποια διοίκηση ή δεν φταίει κανείς; Ή μήπως η απάντηση αλλάζει ανάλογα με το ποιος μιλά, σε ποιο ακροατήριο απευθύνεται και πόσο βολικό είναι κάθε φορά να δείξει ή να μη δείξει κάποιον;
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η στάση της Στέλλας Αραμπατζή. Η ίδια δεν κουβαλά προσωπικά το βάρος αυτών των αστοχιών, αφού προέκυψε ως επιλαχούσα μετά τον θάνατο του Απόστολου Βεσυρόπουλου και ανέλαβε βουλευτικά καθήκοντα σε χρόνο μεταγενέστερο των κρίσιμων αποφάσεων και καθυστερήσεων. Ωστόσο, επέλεξε να σταθεί πολιτικά απέναντι στο θέμα όχι ως ένα νέο πρόσωπο που θα μπορούσε να ζητήσει καθαρές απαντήσεις, αλλά ως μέρος της κυβερνητικής γραμμής που επιχειρεί να μαλακώσει τις γωνίες, να απλώσει τις ευθύνες και να παρουσιάσει την απώλεια έργων ως περίπου αναπόφευκτη εξέλιξη.
Από κομματική και συναδελφική σκοπιά, η στάση αυτή μπορεί να θεωρηθεί έντιμη. Δεν άδειασε τους προηγούμενους, δεν έδειξε πρόσωπα, δεν διαφοροποιήθηκε θεαματικά από τη γραμμή της Νέας Δημοκρατίας στην Ημαθία. Μόνο που απέναντι στην κοινωνία αυτό έχει και κόστος. Διότι όταν κάποιος αναλαμβάνει να δικαιολογήσει αστοχίες που δεν τον βαρύνουν, κινδυνεύει τελικά να χρεωθεί πολιτικά το ίδιο ύφος, την ίδια λογική και την ίδια αδυναμία ανάληψης ευθύνης. Με απλά λόγια, εμφανίζεται ως «μία από αυτούς», ως «μία από τα ίδια», ακόμη κι αν προσωπικά δεν είχε συμμετοχή στο αρχικό φιάσκο.
Το ίδιο μοτίβο φαίνεται και στον κάθετο άξονα Βέροιας - Σκύδρας. Ακούσαμε ότι υπάρχουν επαφές, ότι η παραχωρησιούχος εταιρεία της Εγνατίας Οδού θα αναλάβει την κατασκευή, ότι απομένουν τεχνικά ζητήματα, ότι υπάρχει θέμα με τη χωροθέτηση του κόμβου στη Μέση και ότι αναμένεται απάντηση μέσα στις επόμενες εβδομάδες. Όλα αυτά μπορεί να είναι υπαρκτά. Όμως η ουσία παραμένει: η κοινωνία της Ημαθίας δεν ακούει ακόμη καθαρό χρονοδιάγραμμα υλοποίησης. Ακούει ξανά για επαφές, εκκρεμότητες, τεχνικά ζητήματα και αναμονή.
Και βέβαια υπάρχει ο Προαστιακός. Ένα θέμα που τέθηκε στη συνέντευξη Τύπου από το InVeria.gr, αλλά ουσιαστική απάντηση δεν δόθηκε. Δεν προέκυψε ούτε αν και πότε μπορεί να υλοποιηθεί, ούτε γιατί απεντάχθηκε από το ΕΣΠΑ. Και εδώ η σιωπή λέει πολλά. Διότι όταν ένα έργο δεν μπορεί να εξηγηθεί πολιτικά, συνήθως θάβεται επικοινωνιακά. Περνά στο περιθώριο, μέχρι να βρεθεί κάποια νέα διατύπωση, κάποια νέα μελέτη, κάποιο νέο χρηματοδοτικό εργαλείο, ώστε να παρουσιαστεί ξανά ως «διεκδίκηση».
Ο Μαργαρίτης Σχοινάς, από την πλευρά του, επιχείρησε να μεταφέρει το βάρος της συζήτησης αλλού, αναφερόμενος σε έργα 90 εκατομμυρίων ευρώ στον αγροτικό τομέα που έχουν προεγκριθεί, αλλά και σε περιπτώσεις άλλων χαμένων έργων που είχαν ενταχθεί ανά την Ελλάδα και πανευρωπαϊκά. Καλοδεχούμενα τα έργα, αν και όταν γίνουν. Δεν αποτελεί, όμως, παρηγοριά ότι δεν είμαστε μόνο εμείς στην Ημαθία που μένουμε με την όρεξη. Διότι στην Ημαθία πλέον η λέξη «προέγκριση» δεν αρκεί για να δημιουργήσει εμπιστοσύνη. Η περιοχή έχει ακούσει πολλές ανακοινώσεις. Έχει δει πολλές φωτογραφίες. Έχει ζήσει πολλές υποσχέσεις. Αυτό που δεν έχει δει, τουλάχιστον σε αυτά τα κρίσιμα έργα, είναι το αποτέλεσμα.
Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι η ΝΔ το 2023 ψηφίστηκε από τους πολίτες της Ημαθίας, προφανώς όπως και σε άλλους νομούς, λαμβάνοντας υπόψη και αυτές τις εξαγγελίες. Δεν ήταν μάλλον τυχαίο ότι όλες οι μεγαλόστομες ανακοινώσεις έγιναν προεκλογικά, κάποιες ελάχιστες μέρες πριν από την κάλπη. Το ερώτημα είναι αν όντως πίστευαν όσοι τα διαφήμιζαν ότι τα έργα αυτά μπορούσαν πράγματι να γίνουν και τελικά έπεσαν έξω ή, ακόμη χειρότερα, αν και οι ίδιοι δεν έδιναν πολλές πιθανότητες για την αίσια έκβαση, αλλά προτίμησαν τα πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη.
Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι όλα είναι εύκολα. Κανείς δεν λέει ότι κάθε έργο μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς εμπόδια. Όμως άλλο πράγμα η δυσκολία και άλλο η απουσία λογοδοσίας. Άλλο πράγμα να εξηγείς καθαρά τι πήγε στραβά και άλλο να προσπαθείς να το εξαφανίσεις μέσα σε γενικόλογες διατυπώσεις. Άλλο πράγμα να αναλαμβάνεις ευθύνη και άλλο να εμφανίζεσαι εκ των υστέρων ως σωτήρας ενός έργου που η δική σου πολιτική παράταξη παρουσίαζε κάποτε ως εξασφαλισμένο.
Αυτό είναι τελικά το μεγάλο πολιτικό πρόβλημα που ανέδειξε η συνέντευξη Τύπου στη Βέροια. Δεν είναι μόνο ότι χάθηκαν έργα. Είναι ότι κανείς δεν θέλει να πει με καθαρό τρόπο ποιος, πότε και γιατί δεν έκανε αυτό που έπρεπε. Είναι ότι οι πολίτες καλούνται να χειροκροτούν τις ανακοινώσεις, να ξεχνούν τις απεντάξεις και μετά να ευγνωμονούν όσους προσπαθούν να ξαναφέρουν στο τραπέζι αυτά που είχαν ήδη παρουσιαστεί ως κεκτημένα.
Η Ημαθία, όμως, δεν έχει ανάγκη από άλλες ωραίες κουβέντες. Ούτε από άλλες πολιτικές φωτογραφίες δίπλα σε έργα που υπάρχουν μόνο σε δελτία Τύπου. Έχει ανάγκη από έργα που να γίνονται, από χρονοδιαγράμματα που να τηρούνται, από φορείς που να ελέγχονται και από πολιτικά πρόσωπα που να αναλαμβάνουν την ευθύνη όχι μόνο της επιτυχίας, αλλά και της αποτυχίας. Γιατί στην πολιτική, οι δάφνες δεν μπορεί να είναι προσωπικές και τα φιάσκα ορφανά.
Μια τελευταία επισήμανση, για τα… πρακτικά. Ο ρόλος των δημοσιογράφων είναι να ελέγχουν την εξουσία, να επαναφέρουν, έστω και μονότονα, τα κρίσιμα ζητήματα, να στηλιτεύουν κακές πρακτικές, να στέκονται απέναντι σε προσπάθειες εξαπάτησης των πολιτών και όχι να αναμασούν τις δικαιολογίες για τις συνεχείς αποτυχίες. Ακόμα και αν γίνονται δυσάρεστοι, αν δέχονται πόλεμο, αν μπαίνουν σε μαύρες λίστες.
Καλώς ή κακώς, ισχύει πάντα το «μπορείς να κοροϊδεύεις λίγους για πολύ καιρό ή πολλούς για λίγο, αλλά δεν μπορείς να τους κοροϊδεύεις όλους για πάντα». Τον άχαρο ρόλο της αποκάλυψης της κοροϊδίας κάποιοι πρέπει να τον αναλαμβάνουν. Όσοι απέμειναν, όσοι αντέχουν, όσοι μπορούν ακόμα, όσοι έμαθαν να ασκούν δημοσιογραφία και όχι δημόσιες σχέσεις και άλλες… εκδουλεύσεις.
(Κύριο Θέμα στην ψηφιακή εφημερίδα "InVeria" - Κυριακή 14 Ιουνίου 2026, φύλλο 200)

























0 Σχόλια
Το σχόλιό σας για την ανάρτηση (παρακαλούμε να τηρούνται οι όροι που αναφέρονται στους Όρους Χρήσης της ιστοσελίδας)